Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ, ''ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ''



       Γιατί αυτή είναι η καταδίκη μας .Να οραματιζόμαστε , αλλά να μη βλέπουμε , να φανταζόμαστε , αλλά να μην αγγίζουμε, να μελετούμε ,αλλά να μην ανακαλύπτουμε την Αλήθεια. Γιατί η Αλήθεια έχει κρυφτεί από  την όρασή μας , την ακοή μας, την αφή  μας και την όσφρησή μας .Γιατί  καταδικαστήκαμε  να έχουμε μόνο αυτές τις αισθήσεις. Η ζωή και η δραστηριότητα του ανθρώπου  βρίσκεται μέσα στη ύλη ,από  την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Γι' αυτό, δε θα μάθουμε ποτέ το μυστικό  της γέννησης και ,ακόμα  περισσότερο ,  του θανάτου.

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

ΔΑΣΚΑΛΟΣ



            
     Λέξη με τόσο γεμάτο νόημα. Τόσο σημαντικό. Ανεξίτηλο. Σου αποπνέει σεβασμό, αγάπη, εμπιστοσύνη. Όλοι εμείς οι δάσκαλοι έχοντας γνήσιο και υψηλής ποιότητας μέταλλο ψυχής, ενώ ενηλικιωνόμαστε, παραμένουμε παιδιά. Παιδιά στην ψυχή,  για να μπορέσουμε να έχουμε  εύκολη την πρόσβαση στα αισθήματα, τις σκέψεις, τις επιθυμίες των μαθητών  μας  που καλούμαστε να διαπαιδαγωγήσουμε. Όλοι εμείς οι δάσκαλοι  αφήνουμε στην άκρη τα όποια προβλήματά μας και μπαίνουμε στην τάξη με χαμόγελο. Διδάσκουμε με υπομονή, με φιλότιμο, με αγάπη, με ανιδιοτέλεια. Δίνουμε ό,τι έχουμε από τις γνώσεις μας απλόχερα. Και όταν  οι μαθητές  μας δυσκολεύονται να μάθουν με τον τρόπο που διδάσκουμε, τότε διδάσκουμε  με τον τρόπο που μαθαίνουν. Εφευρίσκουμε άλλους τρόπους να «κατέβουμε» κοντά στον μαθητή. Τον προκαλούμε να είναι αυτό που μπορεί να είναι. Γιατί οφείλουμε να τον κάνουμε να αισθάνεται επιτυχημένος και βεβαίως εκεί επικεντρώνουμε τις προσπάθειές μας! Και τελικός σκοπός μας; Με το έργο μας να κάνουμε τόσο ώριμο τον μαθητή μας, ώστε εκείνος να μη μας χρειάζεται πια. Μια άνευ εγωισμού ακύρωση του εαυτού μας. Μα μέσω αυτής έρχεται και η απόλυτη ικανοποίησή μας.
    Ο ρόλος μας πολλαπλός και δύσκολος. Πρότυπο μίμησης για τους μαθητές μας, για  τους αυριανούς πολίτες αυτής της χώρας. Γι' αυτό και τους αντιμετωπίζουμε  πρώτα απ’ όλα ως ανθρώπους  με δικαιώματα κι υποχρεώσεις κι έπειτα ως μαθητές.  Διαμορφώνουμε ανθρώπους με ήθος  και πίστη σε αξίες αιώνιες, αναλλοίωτες, θεμέλια κάθε κοινωνίας. Προσπαθούμε  να αναπληρώσουμε  σοβαρές ελλείψεις της οικογένειας  και να προσφέρουμε ψυχολογική στήριξη. Αγαπάμε τους μαθητές μας σαν να ήταν δικά μας παιδιά.  Δάσκαλος, γονιός, φίλος, ψυχολόγος, πάντα δίπλα σε ό,τι μας χρειαστούν. Χωρίς καμιά προκατάληψη.  Μόνο με αγάπη.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

ΜΝΗΜΗ

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ                                                                                


                        






                                                         
                                                             
                 


ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ


Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΝΑΕΙ...




            Η Λια (αναφέρεται και ως ο Λειάς ή Λιας) είναι ορεινό χωριό του δήμου Φιλιατών του νομού Θεσπρωτίας της περιφέρειας Ηπείρου (Σχέδιο Καλλικράτης). Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011, ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 62 μόνιμους κατοίκους.
             
          Ο οικισμός βρίσκεται στο βορειότερο τμήμα του νομού κοντά στην ελληνοαλβανική μεθόριο, σε απόσταση 42 χιλιομέτρων βόρεια των Φιλιατών 65 χλμ. βορειοανατολικά της Ηγουμενίτσας και περίπου 60 χλμ. βορειοδυτικά των Ιωαννίνων στους πρόποδες της Μουργκάνας έναντι του Τσαμαντά, σε υψόμετρο περίπου 350 μ.
         Η ονομασία του πιθανότατα προέρχεται από το ξωκκλήσι του προφήτη Ηλία που δεσπόζει στην περιοχή καθώς είναι ορατό από κάθε σημείο του ορίζοντα βρισκόμενο σε ένα αντέρεισμα ύψους περίπου 900 μέτρων επί του όρους Μουργκάνα. Πρόκειται για χωριό, άλλοτε μεγαλοχώρι στη περιοχή του, ο πληθυσμός του οποίου, ασχολούμενος κυρίως με την μικροκτηνοτροφία και τη γεωργία, το 1928 αριθμούσε 814 κατοίκους, διαθέτοντας δημοτικό σχολείο, τηλεφωνείο και αστυνομικό σταθμό.
           Λόγω του άγονου εδάφους ήταν συνηθισμένο φαινόμενο η μαζική μετανάστευση του ανδρικού πληθυσμού της Λιας προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην για τους ίδιους και τις οικογένειές τους Το 2001 το χωριό αριθμούσε 95 κατοίκους. Σημαντικά αξιοθέατα του χωριού είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου του οποίου η ανέγερση τοποθετείται στον 18ο αιώνα και ο ναός της Αγίας Παρασκευής, ο οποίος διαθέτει τρία έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου. Έτερο σημείο ενδιαφέροντος είναι η οικία της οικογένειας του συγγραφέα Νίκου Γκατζογιάννη που λειτουργεί ως μουσείο.
         Εκκλησιαστικά η Λια υπάγεται στη Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών, Γηρομερίου και Πάργας και η κεντρική της εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Τα σημαντικότερα θρησκευτικά πανηγύρια του χωριού είναι αφιερωμένα στον Προφήτη Ηλία, την Αγία Μαρίνα και την Αγία Τριάδα.
              Στα χρόνια του Εμφυλίου που ακολούθησαν η Λια αποτέλεσε μαζί με την υπόλοιπη περιοχή της Μουργκάνας προπύργιο των δυνάμεων του ΔΣΕ. Για τη συγκεκριμένη περίοδο, το χωριό είναι γνωστό κυρίως για την εκτέλεση πέντε ή δεκαεπτά ατόμων από ανταρτοδικείο του ΔΣΕ. Τα συγκεκριμένα άτομα εκτελέστηκαν λόγω της εμπλοκής τους στη φυγάδευση άμαχου πληθυσμού προς τις κυβερνητικές δυνάμεις. Στους φυγάδες συγκαταλέγονταν αρκετά ανήλικα, τα οποία με αυτόν τον τρόπο απέφυγαν το λεγόμενο «παιδομάζωμα» ή «παιδοσώσιμο», ενώ η όλη ιστορία έγινε παγκόσμια γνωστή μέσω του βιβλίου «Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη, ενός από τα παιδιά που διέφυγαν αλλά και γιου ενός από τους εκτελεσθέντες (συγκεκριμένα της Ελένης Γκατζογιάννη, στην οποία αναφέρεται και το βιβλίο). Μετά την ήττα του ΔΣΕ και την εκδίωξή του από την περιοχή της Μουργκάνας, οι κάτοικοι της Λιας ακολούθησαν την υποχώρηση των ανταρτών και κατέφυγαν στην Ανατολική Ευρώπη.


Μουργκάνα, βουνό ποτισμένο με αδελφικό αίμα







Η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη
    Για το βιβλίο έγραψε πρόσφατα στην Καθημερινή ο γνωστός καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Yale Στάθης Καλύβας:
      Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή. Το 1948 η Ελένη Γκατζογιάννη, κάτοικος του ορεινού χωριού Λια της Μουργκάνας στην Ηπειρο, που ελέγχεται από τους αντάρτες του «Δημοκρατικού Στρατού», αρνείται να παραδώσει τα παιδιά της στις τοπικές αρχές, δηλαδή το ΚΚΕ που σκοπεύει να στρατολογήσει τα μεγαλύτερα και να μετακινήσει στις φιλικές προς αυτό χώρες τα μικρότερα. Πρόκειται για το λεγόμενο «παιδομάζωμα», μια κίνηση που σκοπό είχε να ενισχύσει τις ισχνές εφεδρείες του κόμματος και του στρατού του, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον έλεγχό του πάνω στους εναπομείναντες αγροτικούς πληθυσμούς που ζούσαν υπό τον έλεγχό του. Αντιδρώντας, η Ελένη συμμετέχει με επιτυχία στη φυγάδευση των παιδιών της προς την περιοχή που ελέγχεται από το κράτος, μαζί με άλλα παιδιά και κάποιους μεγάλους, συνολικά είκοσι άνθρωποι, όλοι τους άμαχοι. Για την πράξη της αυτή συλλαμβάνεται, βασανίζεται, «δικάζεται» δημόσια και εκτελείται τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, μαζί με άλλους τέσσερις συγχωριανούς της. Μια τοπική τραγωδία ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες που σημάδεψαν τον Εμφύλιο και που θα παρέμενε χαμένη στην αχλή της μνήμης των γερόντων ενός ερειπωμένου πια ακριτικού χωριού και διαστρεβλωμένη από τη φημολογία των απογόνων τους, εσωτερικών ή εξωτερικών μεταναστών.
      Καθώς ο άνδρας της Ελένης ήταν μετανάστης στην Αμερική, μετά τον χαμό της μάνας τους τα παιδιά της εγκαταστάθηκαν σε μια καινούργια χώρα. Ο μονάκριβος γιος της, ο Νίκος, εξελίχθηκε σε πετυχημένο δημοσιογράφο στους New York Times. Ομως, η ιστορία της μητέρας του για την οποία γνώριζε μόνο αντικρουόμενες φήμες τις οποίες κάλυπτε ένα γενικευμένο πέπλο σιωπής, τον βασάνιζε. Ξεκίνησε λοιπόν μια μεγάλη δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα που κατέληξε στην «Ελένη», το 1983. Γραμμένο στα αγγλικά, το βιβλίο γνώρισε μια απίστευτη διεθνή καριέρα. Ο λόγος προφανής: στο κέντρο του βρίσκεται ένα μυστήριο (ο θάνατος της Ελένης), η πρόσβαση στο οποίο συνδυάζει την εξονυχιστική έρευνα με τη ζωντανή γραφή. Πρωταγωνιστής ο ίδιος ο συγγραφέας που δεν είναι απλά ένας ερευνητής. Το βιβλίο ξεπερνάει τα γεωγραφικά και ιστορικά όρια της Ελλάδας και γεννά συναισθήματα αντίστοιχα της αρχαίας τραγωδίας: η θυσία μιας μάνας, η σχέση με τους προγόνους μας, η προσωπική κάθαρση, το νόημα της αλήθειας και της γνώσης, το περιεχόμενο της ταυτότητάς μας, η σύγκρουση δικαιοσύνης και εκδίκησης, μνήμης και λήθης.

 

ΛΙΑΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ
Αποτέλεσμα εικόνας για λια θεσπρωτιας

 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΛΕΝΗ ΓΚΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗ

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

28η Οκτωβρίου 1940




Οδυσσέα Ελύτη, «Ανάγνωσμα Τέταρτο. Το οικόπεδο με τις τσουκνίδες»

    Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
   Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.
     Πάνω σε κείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σειρήτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση που ’χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη γνωρίζοντας τί πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.
    Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν. Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ' τον ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο, γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα. Ενώ σήμαινε δώδεκα ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.
Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 153-155]
εικόνα

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

"Γαλλική σουίτα"




Σύνοψη του βιβλίου "Γαλλική σουίτα"

  Έργο γραμμένο μέσα στη φωτιά της Ιστορίας, η "Γαλλική σουίτα" περιγράφει σχεδόν "ζωντανά" τη φυγή των Γάλλων από το Παρίσι τον Ιούνιο του 1940. Με μια αδυσώπητα καθαρή ματιά η Ιρέν Νεμιρόβσκυ παρακολουθεί τις αμέτρητες μικρότητες και τις εύθραυστες εξάρσεις αλληλεγγύης ενός τρομοκρατημένου πληθυσμού που βρίσκεται σε άτακτη υποχώρηση. Κοκότες που τις ξεφορτώνονται οι εραστές τους, μεγαλοαστοί που σιχαίνονται τον όχλο, τραυματίες παρατημένοι σε αγροικίες πλημμυρίζουν τους δρόμους της Γαλλίας, που τους γαζώνουν τα πυρά των γερμανικών αεροπλάνων. Ο εχθρός προελαύνει και καταλαμβάνει μια έντρομη και αδρανοποιημένη χώρα. Την κατάρρευση του μετώπου ακολουθεί η γερμανική κατοχή. Το Μπυσσύ είναι ένα από τα πολλά χωριά όπου οι κάτοικοι βλέπουν τους Γερμανούς να επιτάσσουν τα σπίτια τους. Η παρουσία του κατακτητή οξύνει τις κοινωνικές εντάσεις και αφυπνίζει τα ανικανοποίητα πάθη και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες των κατοίκων... Συγκλονιστική, αδυσώπητη, διεισδυτική, η Ιρέν Νεμιρόβσκυ ανασταίνει με μια έξοχη και διαισθητική συγγραφή της, και απέσπασε το βραβείο Renaudot, μια βράβευση χωρίς προηγούμενο, καθώς κατ' εξαίρεση, για πρώτη φορά, το σημαντικό αυτό βραβείο των γαλλικών γραμμάτων απονεμήθηκε σε έργο του οποίου ο συγγραφέας δεν είναι εν ζωή.

Το μπεστ σέλερ της βαλίτσας 



  Η Ιρέν Νεμιρόβσκι ήταν Ουκρανή εβραϊκής καταγωγής που εγκατέλειψε το Κίεβο μαζί με τους γονείς της το 1917 με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Τέκνο εύπορης αστικής οικογένειας έμαθε γαλλικά από την γκουβερνάντα της και το 1929 στο Παρίσι, μόλις 26 ετών, εκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, το ίδιο και το δεύτερο έναν χρόνο κατόπιν. Ωστόσο 10 χρόνια αργότερα τα ναζιστικά στρατεύματα μπαίνουν στο Παρίσι και εκείνη με τον σύζυγο και τα δύο τους παιδιά, την Ντενίζ και την Ελιζαμπέτ, καταφεύγει σε ένα χωριό του Μορβάν, όπου έπειτα από δύο χρόνια, στις 13 Ιουλίου 1942, συλλαμβάνεται από τη γαλλική αστυνομία που την παραδίδει στην Γκεστάπο. Τη στέλνουν στο Αουσβιτς, και εκεί πεθαίνει στις 17 Αυγούστου 1942, «από τύφο» σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή (στην πραγματικότητα εκτελέστηκε). Στο Αουσβιτς στάλθηκε και ο σύζυγός της Μισέλ Επστάιν, τον οποίο αμέσως με την άφιξή του τον έστειλαν στα κρεματόρια.
  Τα δύο παιδιά τους είχαν φροντίσει να τα στείλουν στο χωριό της νταντάς τους Σεσίλ Μισό και αυτή τα εμπιστεύεται στα χέρια της μητέρας της, της κυρίας Μιτέν. Η αστυνομία όμως ψάχνει να βρει τα μικρά κορίτσια στο δημοτικό σχολείο όπου φοιτούν. Τα κρύβει η δασκάλα και στη συνέχεια η μαντάμ Μιτέν ξηλώνει από τα ρούχα τους το κίτρινο άστρο του Δαβίδ και μαζί τους διασχίζει τη μισή Γαλλία. Φτάνουν στην περιοχή του Μπορντό, όπου και κρύβονται ως το τέλος του πολέμου.
 Η τραγική ιστορία έχει πολλές λεπτομέρειες, αλλά το πιο ενδιαφέρον σήμερα πια είναι το πώς εκδόθηκε η Γαλλική σουίτα, το βιβλίο που έφερε ξανά στο παγκόσμιο προσκήνιο την Ιρέν Νεμιρόβσκι. Τα δύο κορίτσια της κουβαλούσαν μαζί τους στις μετακινήσεις τους μια βαλίτσα με οικογενειακά κειμήλια. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και ένα δερμάτινο σημειωματάριο όπου με πολύ μικρά γράμματα η μητέρα τους έγραψε τα δύο πρώτα μέρη από τα πέντε που σχεδίαζε του βιβλίου το οποίο 62 χρόνια μετά τον θάνατό της θα την έκανε διάσημη σε όλον τον κόσμο.
  Τα κορίτσια για χρόνια αρνιόντουσαν να διαβάσουν το περιεχόμενο του σημειωματάριου πιστεύοντας ότι ήταν ένα ημερολόγιο της Ιρέν που θα επανέφερε τις οδυνηρές μνήμες εκείνης της τραγικής εποχής. Αποφάσισαν λοιπόν να το εμπιστευθούν σε ένα ίδρυμα, το Institut Memoires de l'Edition Contemporaine. Ωστόσο η Ντενίζ προτού παραδώσει το χειρόγραφο αποφάσισε να το δακτυλογραφήσει. Και τότε αποκαλύφθηκε ότι δεν επρόκειτο για απλό ημερολόγιο αλλά για ένα υψηλού επιπέδου λογοτεχνικό κείμενο το οποίο έδινε την εικόνα της Γαλλίας τις ημέρες που εισέβαλαν οι Γερμανοί και το καθεστώς κατοχής που επέβαλαν στη χώρα.
Η Γαλλία του πολέμου και της Κατοχής
  Η πρώτη νουβέλα του βιβλίου, Καταιγίδα τον Ιούνιο, περιγράφει τις στιγμές της κατάρρευσης του μετώπου. Η δεύτερη, με ανατριχιαστική ηρεμία, μας δίνει το κλίμα της Κατοχής και την προσπάθεια των ανθρώπων να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τελειώνει με την αναχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων της περιοχής για το ρωσικό μέτωπο ως εξής: «Σε λίγο, στο δρόμο απ' όπου είχε περάσει το γερμανικό σύνταγμα δεν έμεινε παρά λίγη σκόνη».
  Η Ντενίζ Νεμιρόβσκι αποφάσισε να εκδώσει το χειρόγραφο σε βιβλίο. Η αίσθηση που προκάλεσε υπήρξε τεράστια. «Το ωραιότερο βιβλίο της χρονιάς γράφτηκε εξήντα δύο χρόνια πριν» έγραψε ο «Nouvelle Observateur» στις 21 Οκτωβρίου 2004.
 Αποτέλεσμα εικόνας για γαλλικη σουιτα βιβλιο

Η εξαιρετική "Γαλλική Σουίτα"

   Από τις μεγαλύτερες ευτυχίες μου είναι η ευκαιριακή συγκυρία να 'χω στα χέρια μου ένα καλό βιβλίο κι απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μου για να μη διακόψω το διάβασμα, πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει συχνά. Αυτή την ευτυχία δοκίμασα τις δυο τελευταίες μέρες. Άρχισα τη "Γαλλική Σουίτα" της Ιρέν Νεμιρόβσκυ και για δυο μέρες βυθίστηκα χωρίς διακοπή σ' ένα κόσμο τόσο μακρινό και συνάμα τόσο κοντινό. Μακρινό, γιατί διαδραματίζεται στη Γαλλία του 1940-41 και κοντινό, γιατί οι καταστάσεις, ο πόλεμος, η κατοχή, οι άνθρωποι κι η ψυχολογία τους είναι ίδια σ' όλο τον κόσμο και σ' όλες τις εποχές (αθάνατε Θουκυδίδη!). Τίποτα από την καθημερινότητα δεν ήρθε να διακόψει αυτό το απολαυστικό βύθισμα. Λίγο φαγητό, λίγος ύπνος και ξανά η περιδιάβαση στη Γαλλία του 1940-41, Αέτσι όπως με τη δύναμη της λογοτεχνικής της γραφής την αναπαριστά η Νεμιρόβσκυ.
   Η ίδια η ζωή της συγγραφέως μοιάζει με μυθιστόρημα. Από πλούσια οικογένεια της Ρωσίας, φεύγει για να γλιτώσει τη δίωξη από την κομουνιστική επανάσταση. Καταφεύγει στη Γαλλία, παντρεύεται, έχει δυο κόρες, γράφει. Είναι όμως Εβραία (κι ας έχει ασπαστεί τον Καθολικισμό). Μέσα στη φρίκη του πολέμου, κρυμμένη εδώ κι εκεί, γράφει πυρετωδώς. Δίνει στο χαώδη γύρω της κόσμο, στους Γερμανούς που προελαύνουν στο γαλλικό έδαφος, στο Παρίσι που εκκενώνεται, στην κατακτημένη τελικά Γαλλία, την αιωνιότητα που χαρίζει η Τέχνη σε όποια μορφή. Δεν θα αποφύγει τη σύλληψη η Νεμιρόβσκυ. Κι αυτή κι ο άντρας της στέλλονται στο Άουσβιτς, απ' όπου βέβαια δεν θα βγουν ποτέ. Τα πυκνογραμμένα χειρόγραφά της κουβαλάει σε μια βαλίτσα από καταφύγιο σε καταφύγιο η μια της κόρη. Χρόνια αργότερα, αρχίζει να τα μεταγράφει. Το βιβλίο θα εκδοθεί τελικά το 2004 στη Γαλλία, 62 χρόνια μετά τη συγγραφή του, και στα Ελληνικά το 2005 (Πατάκης). "Σουίτα" το ονομάζει. Σκόπευε να το ολοκληρώσει σε πέντε μέρη, πρόλαβε να γράψει όμως μόνο τα δύο πρώτα.
  Στο πρώτο μέρος, "Καταιγίδα τον Ιούνιο", απεικονίζεται η τρομαγμένη έξοδος από το Παρίσι. Οι άνθρωποι (πόσο καλά την ξέρουμε στην Κύπρο αυτή την εικόνα) φεύγουν πανικόβλητοι. Παίρνουν ό,τι πιο πολύτιμο έχουν, κλειδώνουν τα σπίτια κι άλλοι με αυτοκίνητα, άλλοι με ποδήλατα, άλλοι πεζοί, αναζητούν ασφαλέστερη διαμονή στην ύπαιθρο. Η Νεμιρόβσκυ δεν γράφει αόριστα κι απρόσωπα. Μέσα στο αλλόφρον πλήθος ξεχωρίζουν πρόσωπα και χαρακτήρες: Μια πολυμελής, πλούσια οικογένεια, δυο μικρομεσαίοι υπάλληλοι Τράπεζας, ένας αριστοκράτης που η μόνη του έγνοια είναι να περισώσει την πολύτιμη συλλογή του από πορσελάνες, ένας σνομπ συγγραφέας και η ερωμένη του...Βομβαρδισμοί, έλλειψη τροφίμων, άνθρωποι που θυσιάζονται για τους άλλους κι άλλοι που, κυριαρχούμενοι από τα ένστικτα επιβίωσης κλέβουν βενζίνη ή τρόφιμα, ένα χάος, το οποίο αποδίδει με μοναδική δεξιοτεχνία, με φωτογραφική απεικόνιση της λεπτομέρειας.
  Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται "Ντόλτσε". Η Γαλλία είναι πια υπό κατοχήν. Η Νεμιρόβσκυ μας μεταφέρει σ' ένα χωριό, το Μπισσύ, όπου οι Γερμανοί έχουν επιτάξει τα σπίτια. Τα πρόσωπα του πρώτου μέρους δεν υπάρχουν εδώ, εκτός από μια χαλαρή αναφορά σε μερικά από αυτά. Στο επίκεντρο είναι τώρα οι άνθρωποι του χωριού, χωρισμένοι κι εδώ σε τάξεις. Ο απλός λαός κι οι αριστοκράτες. Με την ίδια απαράμιλλη τέχνη με την οποία η συγγραφέας απέδωσε το χάος του πρώτου μέρους, ζωγραφίζει τώρα την "ειρηνική" ζωή του χωριού. Ανταποκρινόμενη στον τίτλο του μυθιστορήματος, όπως σ' ένα μουσικό κομμάτι, από το βουερό, θορυβώδες, γεμάτο κίνηση πρώτο μέρος, μεταπίπτουμε σ' ένα απαλό, χαμηλόφωνο, ήρεμο δεύτερο μέρος. Ο μικρόκοσμος, οι καθημερινές του έγνοιες, η απουσία των ανδρών στο μέτωπο ή την αιχμαλωσία, τα αντιφατικά συναισθήματα που δημιουργούνται-ναι, οι Γερμανοί είναι ο εχθρός, είναι οι κατακτητές, αλλά ταυτόχρονα είναι νέοι και ωραίοι, μακριά κι αυτοί από τους δικούς τους, διαταγμένοι να εκτελούν εντολές- αποδίδονται σαν μέσα από μικροσκόπιο, με λεπτομερή ψυχολογική ανάλυση χαρακτήρων και συναισθημάτων, με τη λεπτομέρεια της περιγραφής να κυριαρχεί και πάλι.
  Δυο πρόσωπα πρωταγωνιστούν. Η Λουσίλ, μια νέα γυναίκα που ασφυκτιά στο πλουσιόσπιτο της αυστηρής πενθεράς της, ενώ ο άντρας της λείπει στον πόλεμο, κι ο νεαρός Γερμανός αξιωματικός που συγκατοικεί στο επιταγμένο σπίτι. Μια τρυφερή φιλία αναπτύσσεται, που δεν θα γίνει όμως απάτη και προδοσία.
  Ένα μυθιστόρημα που κι έτσι ημιτελές όπως το άφησε η συγγραφέας του, είναι αρκετό για να το χαρακτηρίσουμε αριστούργημα. Δεν ξέρω αν θα φανώ υπερβολική, αλλά νομίζω είναι μια καινούρια, εξίσου σπουδαία εκδοχή του "Πόλεμος και ειρήνη".

 

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

ΣΕΦΕΡΗΣ



Γ. Σεφέρης: "Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι το μακρινό ταξίδι"

"Το μεγάλο λάθος της ζωής μου ήταν που ήμουν φτιαγμένος
για τη θάλασσα κι έγινα στεριανός. Είναι γνώρισμα του θαλασσινού να μην είναι πουθενά ευχαριστημένος''