Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

"Γαλλική σουίτα"




Σύνοψη του βιβλίου "Γαλλική σουίτα"

  Έργο γραμμένο μέσα στη φωτιά της Ιστορίας, η "Γαλλική σουίτα" περιγράφει σχεδόν "ζωντανά" τη φυγή των Γάλλων από το Παρίσι τον Ιούνιο του 1940. Με μια αδυσώπητα καθαρή ματιά η Ιρέν Νεμιρόβσκυ παρακολουθεί τις αμέτρητες μικρότητες και τις εύθραυστες εξάρσεις αλληλεγγύης ενός τρομοκρατημένου πληθυσμού που βρίσκεται σε άτακτη υποχώρηση. Κοκότες που τις ξεφορτώνονται οι εραστές τους, μεγαλοαστοί που σιχαίνονται τον όχλο, τραυματίες παρατημένοι σε αγροικίες πλημμυρίζουν τους δρόμους της Γαλλίας, που τους γαζώνουν τα πυρά των γερμανικών αεροπλάνων. Ο εχθρός προελαύνει και καταλαμβάνει μια έντρομη και αδρανοποιημένη χώρα. Την κατάρρευση του μετώπου ακολουθεί η γερμανική κατοχή. Το Μπυσσύ είναι ένα από τα πολλά χωριά όπου οι κάτοικοι βλέπουν τους Γερμανούς να επιτάσσουν τα σπίτια τους. Η παρουσία του κατακτητή οξύνει τις κοινωνικές εντάσεις και αφυπνίζει τα ανικανοποίητα πάθη και τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες των κατοίκων... Συγκλονιστική, αδυσώπητη, διεισδυτική, η Ιρέν Νεμιρόβσκυ ανασταίνει με μια έξοχη και διαισθητική συγγραφή της, και απέσπασε το βραβείο Renaudot, μια βράβευση χωρίς προηγούμενο, καθώς κατ' εξαίρεση, για πρώτη φορά, το σημαντικό αυτό βραβείο των γαλλικών γραμμάτων απονεμήθηκε σε έργο του οποίου ο συγγραφέας δεν είναι εν ζωή.

Το μπεστ σέλερ της βαλίτσας 



  Η Ιρέν Νεμιρόβσκι ήταν Ουκρανή εβραϊκής καταγωγής που εγκατέλειψε το Κίεβο μαζί με τους γονείς της το 1917 με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Τέκνο εύπορης αστικής οικογένειας έμαθε γαλλικά από την γκουβερνάντα της και το 1929 στο Παρίσι, μόλις 26 ετών, εκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα, το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία, το ίδιο και το δεύτερο έναν χρόνο κατόπιν. Ωστόσο 10 χρόνια αργότερα τα ναζιστικά στρατεύματα μπαίνουν στο Παρίσι και εκείνη με τον σύζυγο και τα δύο τους παιδιά, την Ντενίζ και την Ελιζαμπέτ, καταφεύγει σε ένα χωριό του Μορβάν, όπου έπειτα από δύο χρόνια, στις 13 Ιουλίου 1942, συλλαμβάνεται από τη γαλλική αστυνομία που την παραδίδει στην Γκεστάπο. Τη στέλνουν στο Αουσβιτς, και εκεί πεθαίνει στις 17 Αυγούστου 1942, «από τύφο» σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή (στην πραγματικότητα εκτελέστηκε). Στο Αουσβιτς στάλθηκε και ο σύζυγός της Μισέλ Επστάιν, τον οποίο αμέσως με την άφιξή του τον έστειλαν στα κρεματόρια.
  Τα δύο παιδιά τους είχαν φροντίσει να τα στείλουν στο χωριό της νταντάς τους Σεσίλ Μισό και αυτή τα εμπιστεύεται στα χέρια της μητέρας της, της κυρίας Μιτέν. Η αστυνομία όμως ψάχνει να βρει τα μικρά κορίτσια στο δημοτικό σχολείο όπου φοιτούν. Τα κρύβει η δασκάλα και στη συνέχεια η μαντάμ Μιτέν ξηλώνει από τα ρούχα τους το κίτρινο άστρο του Δαβίδ και μαζί τους διασχίζει τη μισή Γαλλία. Φτάνουν στην περιοχή του Μπορντό, όπου και κρύβονται ως το τέλος του πολέμου.
 Η τραγική ιστορία έχει πολλές λεπτομέρειες, αλλά το πιο ενδιαφέρον σήμερα πια είναι το πώς εκδόθηκε η Γαλλική σουίτα, το βιβλίο που έφερε ξανά στο παγκόσμιο προσκήνιο την Ιρέν Νεμιρόβσκι. Τα δύο κορίτσια της κουβαλούσαν μαζί τους στις μετακινήσεις τους μια βαλίτσα με οικογενειακά κειμήλια. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και ένα δερμάτινο σημειωματάριο όπου με πολύ μικρά γράμματα η μητέρα τους έγραψε τα δύο πρώτα μέρη από τα πέντε που σχεδίαζε του βιβλίου το οποίο 62 χρόνια μετά τον θάνατό της θα την έκανε διάσημη σε όλον τον κόσμο.
  Τα κορίτσια για χρόνια αρνιόντουσαν να διαβάσουν το περιεχόμενο του σημειωματάριου πιστεύοντας ότι ήταν ένα ημερολόγιο της Ιρέν που θα επανέφερε τις οδυνηρές μνήμες εκείνης της τραγικής εποχής. Αποφάσισαν λοιπόν να το εμπιστευθούν σε ένα ίδρυμα, το Institut Memoires de l'Edition Contemporaine. Ωστόσο η Ντενίζ προτού παραδώσει το χειρόγραφο αποφάσισε να το δακτυλογραφήσει. Και τότε αποκαλύφθηκε ότι δεν επρόκειτο για απλό ημερολόγιο αλλά για ένα υψηλού επιπέδου λογοτεχνικό κείμενο το οποίο έδινε την εικόνα της Γαλλίας τις ημέρες που εισέβαλαν οι Γερμανοί και το καθεστώς κατοχής που επέβαλαν στη χώρα.
Η Γαλλία του πολέμου και της Κατοχής
  Η πρώτη νουβέλα του βιβλίου, Καταιγίδα τον Ιούνιο, περιγράφει τις στιγμές της κατάρρευσης του μετώπου. Η δεύτερη, με ανατριχιαστική ηρεμία, μας δίνει το κλίμα της Κατοχής και την προσπάθεια των ανθρώπων να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς και να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τελειώνει με την αναχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων της περιοχής για το ρωσικό μέτωπο ως εξής: «Σε λίγο, στο δρόμο απ' όπου είχε περάσει το γερμανικό σύνταγμα δεν έμεινε παρά λίγη σκόνη».
  Η Ντενίζ Νεμιρόβσκι αποφάσισε να εκδώσει το χειρόγραφο σε βιβλίο. Η αίσθηση που προκάλεσε υπήρξε τεράστια. «Το ωραιότερο βιβλίο της χρονιάς γράφτηκε εξήντα δύο χρόνια πριν» έγραψε ο «Nouvelle Observateur» στις 21 Οκτωβρίου 2004.
 Αποτέλεσμα εικόνας για γαλλικη σουιτα βιβλιο

Η εξαιρετική "Γαλλική Σουίτα"

   Από τις μεγαλύτερες ευτυχίες μου είναι η ευκαιριακή συγκυρία να 'χω στα χέρια μου ένα καλό βιβλίο κι απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μου για να μη διακόψω το διάβασμα, πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει συχνά. Αυτή την ευτυχία δοκίμασα τις δυο τελευταίες μέρες. Άρχισα τη "Γαλλική Σουίτα" της Ιρέν Νεμιρόβσκυ και για δυο μέρες βυθίστηκα χωρίς διακοπή σ' ένα κόσμο τόσο μακρινό και συνάμα τόσο κοντινό. Μακρινό, γιατί διαδραματίζεται στη Γαλλία του 1940-41 και κοντινό, γιατί οι καταστάσεις, ο πόλεμος, η κατοχή, οι άνθρωποι κι η ψυχολογία τους είναι ίδια σ' όλο τον κόσμο και σ' όλες τις εποχές (αθάνατε Θουκυδίδη!). Τίποτα από την καθημερινότητα δεν ήρθε να διακόψει αυτό το απολαυστικό βύθισμα. Λίγο φαγητό, λίγος ύπνος και ξανά η περιδιάβαση στη Γαλλία του 1940-41, Αέτσι όπως με τη δύναμη της λογοτεχνικής της γραφής την αναπαριστά η Νεμιρόβσκυ.
   Η ίδια η ζωή της συγγραφέως μοιάζει με μυθιστόρημα. Από πλούσια οικογένεια της Ρωσίας, φεύγει για να γλιτώσει τη δίωξη από την κομουνιστική επανάσταση. Καταφεύγει στη Γαλλία, παντρεύεται, έχει δυο κόρες, γράφει. Είναι όμως Εβραία (κι ας έχει ασπαστεί τον Καθολικισμό). Μέσα στη φρίκη του πολέμου, κρυμμένη εδώ κι εκεί, γράφει πυρετωδώς. Δίνει στο χαώδη γύρω της κόσμο, στους Γερμανούς που προελαύνουν στο γαλλικό έδαφος, στο Παρίσι που εκκενώνεται, στην κατακτημένη τελικά Γαλλία, την αιωνιότητα που χαρίζει η Τέχνη σε όποια μορφή. Δεν θα αποφύγει τη σύλληψη η Νεμιρόβσκυ. Κι αυτή κι ο άντρας της στέλλονται στο Άουσβιτς, απ' όπου βέβαια δεν θα βγουν ποτέ. Τα πυκνογραμμένα χειρόγραφά της κουβαλάει σε μια βαλίτσα από καταφύγιο σε καταφύγιο η μια της κόρη. Χρόνια αργότερα, αρχίζει να τα μεταγράφει. Το βιβλίο θα εκδοθεί τελικά το 2004 στη Γαλλία, 62 χρόνια μετά τη συγγραφή του, και στα Ελληνικά το 2005 (Πατάκης). "Σουίτα" το ονομάζει. Σκόπευε να το ολοκληρώσει σε πέντε μέρη, πρόλαβε να γράψει όμως μόνο τα δύο πρώτα.
  Στο πρώτο μέρος, "Καταιγίδα τον Ιούνιο", απεικονίζεται η τρομαγμένη έξοδος από το Παρίσι. Οι άνθρωποι (πόσο καλά την ξέρουμε στην Κύπρο αυτή την εικόνα) φεύγουν πανικόβλητοι. Παίρνουν ό,τι πιο πολύτιμο έχουν, κλειδώνουν τα σπίτια κι άλλοι με αυτοκίνητα, άλλοι με ποδήλατα, άλλοι πεζοί, αναζητούν ασφαλέστερη διαμονή στην ύπαιθρο. Η Νεμιρόβσκυ δεν γράφει αόριστα κι απρόσωπα. Μέσα στο αλλόφρον πλήθος ξεχωρίζουν πρόσωπα και χαρακτήρες: Μια πολυμελής, πλούσια οικογένεια, δυο μικρομεσαίοι υπάλληλοι Τράπεζας, ένας αριστοκράτης που η μόνη του έγνοια είναι να περισώσει την πολύτιμη συλλογή του από πορσελάνες, ένας σνομπ συγγραφέας και η ερωμένη του...Βομβαρδισμοί, έλλειψη τροφίμων, άνθρωποι που θυσιάζονται για τους άλλους κι άλλοι που, κυριαρχούμενοι από τα ένστικτα επιβίωσης κλέβουν βενζίνη ή τρόφιμα, ένα χάος, το οποίο αποδίδει με μοναδική δεξιοτεχνία, με φωτογραφική απεικόνιση της λεπτομέρειας.
  Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται "Ντόλτσε". Η Γαλλία είναι πια υπό κατοχήν. Η Νεμιρόβσκυ μας μεταφέρει σ' ένα χωριό, το Μπισσύ, όπου οι Γερμανοί έχουν επιτάξει τα σπίτια. Τα πρόσωπα του πρώτου μέρους δεν υπάρχουν εδώ, εκτός από μια χαλαρή αναφορά σε μερικά από αυτά. Στο επίκεντρο είναι τώρα οι άνθρωποι του χωριού, χωρισμένοι κι εδώ σε τάξεις. Ο απλός λαός κι οι αριστοκράτες. Με την ίδια απαράμιλλη τέχνη με την οποία η συγγραφέας απέδωσε το χάος του πρώτου μέρους, ζωγραφίζει τώρα την "ειρηνική" ζωή του χωριού. Ανταποκρινόμενη στον τίτλο του μυθιστορήματος, όπως σ' ένα μουσικό κομμάτι, από το βουερό, θορυβώδες, γεμάτο κίνηση πρώτο μέρος, μεταπίπτουμε σ' ένα απαλό, χαμηλόφωνο, ήρεμο δεύτερο μέρος. Ο μικρόκοσμος, οι καθημερινές του έγνοιες, η απουσία των ανδρών στο μέτωπο ή την αιχμαλωσία, τα αντιφατικά συναισθήματα που δημιουργούνται-ναι, οι Γερμανοί είναι ο εχθρός, είναι οι κατακτητές, αλλά ταυτόχρονα είναι νέοι και ωραίοι, μακριά κι αυτοί από τους δικούς τους, διαταγμένοι να εκτελούν εντολές- αποδίδονται σαν μέσα από μικροσκόπιο, με λεπτομερή ψυχολογική ανάλυση χαρακτήρων και συναισθημάτων, με τη λεπτομέρεια της περιγραφής να κυριαρχεί και πάλι.
  Δυο πρόσωπα πρωταγωνιστούν. Η Λουσίλ, μια νέα γυναίκα που ασφυκτιά στο πλουσιόσπιτο της αυστηρής πενθεράς της, ενώ ο άντρας της λείπει στον πόλεμο, κι ο νεαρός Γερμανός αξιωματικός που συγκατοικεί στο επιταγμένο σπίτι. Μια τρυφερή φιλία αναπτύσσεται, που δεν θα γίνει όμως απάτη και προδοσία.
  Ένα μυθιστόρημα που κι έτσι ημιτελές όπως το άφησε η συγγραφέας του, είναι αρκετό για να το χαρακτηρίσουμε αριστούργημα. Δεν ξέρω αν θα φανώ υπερβολική, αλλά νομίζω είναι μια καινούρια, εξίσου σπουδαία εκδοχή του "Πόλεμος και ειρήνη".

 

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

ΣΕΦΕΡΗΣ



Γ. Σεφέρης: "Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι το μακρινό ταξίδι"

"Το μεγάλο λάθος της ζωής μου ήταν που ήμουν φτιαγμένος
για τη θάλασσα κι έγινα στεριανός. Είναι γνώρισμα του θαλασσινού να μην είναι πουθενά ευχαριστημένος''