Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

ΔΑΣΚΑΛΟΣ



            
     Λέξη με τόσο γεμάτο νόημα. Τόσο σημαντικό. Ανεξίτηλο. Σου αποπνέει σεβασμό, αγάπη, εμπιστοσύνη. Όλοι εμείς οι δάσκαλοι έχοντας γνήσιο και υψηλής ποιότητας μέταλλο ψυχής, ενώ ενηλικιωνόμαστε, παραμένουμε παιδιά. Παιδιά στην ψυχή,  για να μπορέσουμε να έχουμε  εύκολη την πρόσβαση στα αισθήματα, τις σκέψεις, τις επιθυμίες των μαθητών  μας  που καλούμαστε να διαπαιδαγωγήσουμε. Όλοι εμείς οι δάσκαλοι  αφήνουμε στην άκρη τα όποια προβλήματά μας και μπαίνουμε στην τάξη με χαμόγελο. Διδάσκουμε με υπομονή, με φιλότιμο, με αγάπη, με ανιδιοτέλεια. Δίνουμε ό,τι έχουμε από τις γνώσεις μας απλόχερα. Και όταν  οι μαθητές  μας δυσκολεύονται να μάθουν με τον τρόπο που διδάσκουμε, τότε διδάσκουμε  με τον τρόπο που μαθαίνουν. Εφευρίσκουμε άλλους τρόπους να «κατέβουμε» κοντά στον μαθητή. Τον προκαλούμε να είναι αυτό που μπορεί να είναι. Γιατί οφείλουμε να τον κάνουμε να αισθάνεται επιτυχημένος και βεβαίως εκεί επικεντρώνουμε τις προσπάθειές μας! Και τελικός σκοπός μας; Με το έργο μας να κάνουμε τόσο ώριμο τον μαθητή μας, ώστε εκείνος να μη μας χρειάζεται πια. Μια άνευ εγωισμού ακύρωση του εαυτού μας. Μα μέσω αυτής έρχεται και η απόλυτη ικανοποίησή μας.
    Ο ρόλος μας πολλαπλός και δύσκολος. Πρότυπο μίμησης για τους μαθητές μας, για  τους αυριανούς πολίτες αυτής της χώρας. Γι' αυτό και τους αντιμετωπίζουμε  πρώτα απ’ όλα ως ανθρώπους  με δικαιώματα κι υποχρεώσεις κι έπειτα ως μαθητές.  Διαμορφώνουμε ανθρώπους με ήθος  και πίστη σε αξίες αιώνιες, αναλλοίωτες, θεμέλια κάθε κοινωνίας. Προσπαθούμε  να αναπληρώσουμε  σοβαρές ελλείψεις της οικογένειας  και να προσφέρουμε ψυχολογική στήριξη. Αγαπάμε τους μαθητές μας σαν να ήταν δικά μας παιδιά.  Δάσκαλος, γονιός, φίλος, ψυχολόγος, πάντα δίπλα σε ό,τι μας χρειαστούν. Χωρίς καμιά προκατάληψη.  Μόνο με αγάπη.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

ΜΝΗΜΗ

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ                                                                                


                        






                                                         
                                                             
                 


ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ


Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΝΑΕΙ...




            Η Λια (αναφέρεται και ως ο Λειάς ή Λιας) είναι ορεινό χωριό του δήμου Φιλιατών του νομού Θεσπρωτίας της περιφέρειας Ηπείρου (Σχέδιο Καλλικράτης). Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2011, ο πληθυσμός της ανέρχεται στους 62 μόνιμους κατοίκους.
             
          Ο οικισμός βρίσκεται στο βορειότερο τμήμα του νομού κοντά στην ελληνοαλβανική μεθόριο, σε απόσταση 42 χιλιομέτρων βόρεια των Φιλιατών 65 χλμ. βορειοανατολικά της Ηγουμενίτσας και περίπου 60 χλμ. βορειοδυτικά των Ιωαννίνων στους πρόποδες της Μουργκάνας έναντι του Τσαμαντά, σε υψόμετρο περίπου 350 μ.
         Η ονομασία του πιθανότατα προέρχεται από το ξωκκλήσι του προφήτη Ηλία που δεσπόζει στην περιοχή καθώς είναι ορατό από κάθε σημείο του ορίζοντα βρισκόμενο σε ένα αντέρεισμα ύψους περίπου 900 μέτρων επί του όρους Μουργκάνα. Πρόκειται για χωριό, άλλοτε μεγαλοχώρι στη περιοχή του, ο πληθυσμός του οποίου, ασχολούμενος κυρίως με την μικροκτηνοτροφία και τη γεωργία, το 1928 αριθμούσε 814 κατοίκους, διαθέτοντας δημοτικό σχολείο, τηλεφωνείο και αστυνομικό σταθμό.
           Λόγω του άγονου εδάφους ήταν συνηθισμένο φαινόμενο η μαζική μετανάστευση του ανδρικού πληθυσμού της Λιας προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προς το ζην για τους ίδιους και τις οικογένειές τους Το 2001 το χωριό αριθμούσε 95 κατοίκους. Σημαντικά αξιοθέατα του χωριού είναι ο ναός του Αγίου Δημητρίου του οποίου η ανέγερση τοποθετείται στον 18ο αιώνα και ο ναός της Αγίας Παρασκευής, ο οποίος διαθέτει τρία έργα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου. Έτερο σημείο ενδιαφέροντος είναι η οικία της οικογένειας του συγγραφέα Νίκου Γκατζογιάννη που λειτουργεί ως μουσείο.
         Εκκλησιαστικά η Λια υπάγεται στη Μητρόπολη Παραμυθίας, Φιλιατών, Γηρομερίου και Πάργας και η κεντρική της εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Τα σημαντικότερα θρησκευτικά πανηγύρια του χωριού είναι αφιερωμένα στον Προφήτη Ηλία, την Αγία Μαρίνα και την Αγία Τριάδα.
              Στα χρόνια του Εμφυλίου που ακολούθησαν η Λια αποτέλεσε μαζί με την υπόλοιπη περιοχή της Μουργκάνας προπύργιο των δυνάμεων του ΔΣΕ. Για τη συγκεκριμένη περίοδο, το χωριό είναι γνωστό κυρίως για την εκτέλεση πέντε ή δεκαεπτά ατόμων από ανταρτοδικείο του ΔΣΕ. Τα συγκεκριμένα άτομα εκτελέστηκαν λόγω της εμπλοκής τους στη φυγάδευση άμαχου πληθυσμού προς τις κυβερνητικές δυνάμεις. Στους φυγάδες συγκαταλέγονταν αρκετά ανήλικα, τα οποία με αυτόν τον τρόπο απέφυγαν το λεγόμενο «παιδομάζωμα» ή «παιδοσώσιμο», ενώ η όλη ιστορία έγινε παγκόσμια γνωστή μέσω του βιβλίου «Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη, ενός από τα παιδιά που διέφυγαν αλλά και γιου ενός από τους εκτελεσθέντες (συγκεκριμένα της Ελένης Γκατζογιάννη, στην οποία αναφέρεται και το βιβλίο). Μετά την ήττα του ΔΣΕ και την εκδίωξή του από την περιοχή της Μουργκάνας, οι κάτοικοι της Λιας ακολούθησαν την υποχώρηση των ανταρτών και κατέφυγαν στην Ανατολική Ευρώπη.


Μουργκάνα, βουνό ποτισμένο με αδελφικό αίμα







Η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη
    Για το βιβλίο έγραψε πρόσφατα στην Καθημερινή ο γνωστός καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Yale Στάθης Καλύβας:
      Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή. Το 1948 η Ελένη Γκατζογιάννη, κάτοικος του ορεινού χωριού Λια της Μουργκάνας στην Ηπειρο, που ελέγχεται από τους αντάρτες του «Δημοκρατικού Στρατού», αρνείται να παραδώσει τα παιδιά της στις τοπικές αρχές, δηλαδή το ΚΚΕ που σκοπεύει να στρατολογήσει τα μεγαλύτερα και να μετακινήσει στις φιλικές προς αυτό χώρες τα μικρότερα. Πρόκειται για το λεγόμενο «παιδομάζωμα», μια κίνηση που σκοπό είχε να ενισχύσει τις ισχνές εφεδρείες του κόμματος και του στρατού του, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον έλεγχό του πάνω στους εναπομείναντες αγροτικούς πληθυσμούς που ζούσαν υπό τον έλεγχό του. Αντιδρώντας, η Ελένη συμμετέχει με επιτυχία στη φυγάδευση των παιδιών της προς την περιοχή που ελέγχεται από το κράτος, μαζί με άλλα παιδιά και κάποιους μεγάλους, συνολικά είκοσι άνθρωποι, όλοι τους άμαχοι. Για την πράξη της αυτή συλλαμβάνεται, βασανίζεται, «δικάζεται» δημόσια και εκτελείται τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, μαζί με άλλους τέσσερις συγχωριανούς της. Μια τοπική τραγωδία ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες που σημάδεψαν τον Εμφύλιο και που θα παρέμενε χαμένη στην αχλή της μνήμης των γερόντων ενός ερειπωμένου πια ακριτικού χωριού και διαστρεβλωμένη από τη φημολογία των απογόνων τους, εσωτερικών ή εξωτερικών μεταναστών.
      Καθώς ο άνδρας της Ελένης ήταν μετανάστης στην Αμερική, μετά τον χαμό της μάνας τους τα παιδιά της εγκαταστάθηκαν σε μια καινούργια χώρα. Ο μονάκριβος γιος της, ο Νίκος, εξελίχθηκε σε πετυχημένο δημοσιογράφο στους New York Times. Ομως, η ιστορία της μητέρας του για την οποία γνώριζε μόνο αντικρουόμενες φήμες τις οποίες κάλυπτε ένα γενικευμένο πέπλο σιωπής, τον βασάνιζε. Ξεκίνησε λοιπόν μια μεγάλη δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα που κατέληξε στην «Ελένη», το 1983. Γραμμένο στα αγγλικά, το βιβλίο γνώρισε μια απίστευτη διεθνή καριέρα. Ο λόγος προφανής: στο κέντρο του βρίσκεται ένα μυστήριο (ο θάνατος της Ελένης), η πρόσβαση στο οποίο συνδυάζει την εξονυχιστική έρευνα με τη ζωντανή γραφή. Πρωταγωνιστής ο ίδιος ο συγγραφέας που δεν είναι απλά ένας ερευνητής. Το βιβλίο ξεπερνάει τα γεωγραφικά και ιστορικά όρια της Ελλάδας και γεννά συναισθήματα αντίστοιχα της αρχαίας τραγωδίας: η θυσία μιας μάνας, η σχέση με τους προγόνους μας, η προσωπική κάθαρση, το νόημα της αλήθειας και της γνώσης, το περιεχόμενο της ταυτότητάς μας, η σύγκρουση δικαιοσύνης και εκδίκησης, μνήμης και λήθης.

 

ΛΙΑΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ
Αποτέλεσμα εικόνας για λια θεσπρωτιας

 Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΛΕΝΗ ΓΚΑΤΖΟΓΙΑΝΝΗ

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

28η Οκτωβρίου 1940




Οδυσσέα Ελύτη, «Ανάγνωσμα Τέταρτο. Το οικόπεδο με τις τσουκνίδες»

    Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
   Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.
     Πάνω σε κείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σειρήτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση που ’χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος, μη γνωρίζοντας τί πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.
    Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν. Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ' τον ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο, γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα. Ενώ σήμαινε δώδεκα ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.
Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959)
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 153-155]
εικόνα