Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

ΑΓΩΝΑΣ
               ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ                                                                     1.
                                            ΜΝΗΜΗ
        Στον " Αστραπόγιαννο" του Νίκου Τζήμα τραγουδούν η Καίτη Αμπάβη (Μοιρολόϊ) και ο Μιχάλης Βιολάρης (Το τραγούδι του κάμπου) σε μουσική του Μίμη Πλέσσα και στίχους Τάσου Λειβαδίτη. Πήρε δε το 1ο βραβείο καλύτερης ταινίας και το 1ο βραβείο ανδρικής ερμηνείας του Νίκου Κούρκουλου.
       Και...ξαφνικά ένας ξερός πυροβολισμός σπάζει την ησυχία και το παλικάρι ,ο Αστραπόγιαννος, σμίγει τα δυο του χέρια πάνω στο βαρεμένο στήθος του και πέφτει σιγά-σιγά στο μουσκεμένο χώμα... Και από τις πλαγιές των κοντινών βουνών, ο αντίλαλος έφερε το σπαραχτικό μοιρολόι: «Σκοτώσανε το Σταυραετό και τον Αυγερινό».Και πού να ρίξω το μεγάλο μου καημό,
όπου θ' ανοίξει η γης, θ' ανοίξει η γης
και θα ραΐσει το βουνό.

Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή Μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.

Και τα κορίτσια ρίξανε κάτω τα μαλλιά
για να πιαστείς αϊτέ, να πιαστείς αϊτέ
ν' ανέβεις απ' τη λησμονιά

Ήλιε φονιά πως άφησες να γίνει το κακό
σκοτώσανε το σταυραετό και τον αυγερινό
κάτω στο σταυροδρόμι σκοτώσανε το νιο
Παρασκευή Μεγάλη σταυρώσαν τον Χριστό.

                                                                                                              2.


     Τη στιγμή που χιλιάδες τηλεοράσεις παίζουν μόνο Τούρκικα, γαστρονομίες και τέτοια, εμένα μου έρχονται στο μυαλο διάφορα απότη σχολική μου "καριέρα"....
«Θ’ ἀκολουθήσω μὲ θάρρος τὴ μοίρα μου. Ἴσως αὐτὸ νά ᾽ναι τὸ τελευταῖο μου γράμμα. Μὰ πάλι δὲν πειράζει. Δὲν λυπᾶμαι γιὰ τίποτα. Ἂς χάσω τὸ καθετί. Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει. Θὰ βαδίσω χαρούμενος στὴν τελευταία μου κατοικία. Τί σήμερα, τί αὔριο; Ὅλοι πεθαίνουν μία μέρα. Εἶναι καλὸ πράγμα νὰ πεθαίνει κανεὶς γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὥρα 7:30. Ἡ πιὸ ὄμορφη μέρα τῆς ζωῆς μου. Ἡ πιὸ ὄμορφη ὥρα. Μὴ ρωτᾶτε γιατί.».
. Ἀπαγχονίστηκε ξημερώματα, στὶς 14 Μαρτίου 1957, σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν. Ὁ τάφος του βρίσκεται στὰ φυλακισμένα μνήματα, στὴ Λευκωσία  τηςΚύπρου.
. Συγκλονιστικὸ τὸ ποίημα τοῦ Φώτη Βαρέλη, ποὺ μετέδωσε ὁ ραδιοφωνικὸς σταθμὸς τῆς Λευκωσίας:
Ἐψὲς πουρνὸ μεσάνυχτα στῆς φυλακῆς τὴ μάντρα
μὲς στῆς κρεμάλας τὴ θελιὰ σπαρτάραγε ὁ Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δὲν τ’ ἄκουσε κανένας.
Ἡ μάνα του ἦταν μακριά, ὁ κύρης του δεμένος,
οἱ νιοὶ συμμαθητάδες του μαῦρο ὄνειρο δὲν εἶδαν,
ἡ νιὰ ποὺ τὸν ὁρμήνευε δὲν εἶχε νυχτοπούλι.
Ἐψὲς πουρνὸ μεσάνυχτα θάψαν τὸν Εὐαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιὰ ὅλη ἡ ζωὴ σὰν πρῶτα.
Ἐτοῦτος πάει στὸ μαγαζί, ἐκεῖνος πάει στὸν κάμπο,
ψηλώνει ὁ χτίστης ἐκκλησιά, πανὶ ἁπλώνει ὁ ναύτης,
καὶ στὸ σκολειὸν ὁ μαθητὴς συλλογισμένος πάει.
Χτυπᾶ κουδούνι, μπαίνουνε στὴν τάξη του ὁ καθένας.
Μπαίνει κι ἡ πρώτη ἡ ἄταχτη κι ἡ τρίτη ποὺ διαβάζει,
μπαίνει κι ἡ πέμπτη ἀμίλητη, ἡ τάξη τοῦ Εὐαγόρα.
- Παρόντες ὅλοι;
- Κύριε, ὁ Εὐαγόρας λείπει.
- Παρόντες, λέει ὁ δάσκαλος. Καὶ μὲ φωνὴ ποὺ τρέμει:
- Σήκω, Εὐαγόρα, νὰ μᾶς πεῖς ἑλληνικὴ ἱστορία.
Ὁ δίπλα, ὁ πίσω, ὁ μπροστά, βουβοὶ καὶ δακρυσμένοι,
ἀναρωτιοῦνται στὴν ἀρχή, ὥσπου ἡ σιωπή τους κάμνει
νὰ πέσουν μ’ ἀναφιλητὰ ἐτοῦτοι κι ὅλη ἡ τάξη.
- Παλληκαρίδη, ἄριστα, Βαγόρα,
πάντα πρῶτος,
στοὺς πρώτους πρῶτος, ἄγγελε πατρίδας δοξασμένης,
σὺ μέχρι χθὲς τῆς μάνας σου ἐλπίδα κι ἀποκούμπι,
καὶ τοῦ σχολειοῦ μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τά ᾽πε κι ἁπλώθηκε σιωπὴ πὰ στὰ κλαμένα νιάτα,
Ποὺ μπρούμυτα γεμίζανε τῆς τάξης τὰ θρανία,
ἔξω ἀπ’ ἐκεῖνο τ’ ἀδειανό, παντοτινὰ γεμάτο.
     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...