Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

VICTORIA HISLOP( ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ)(ΤΟ ΝΗΜΑ)



                        ΕΜΦΥΛΙΟΣ
            Με τα χρόνια είχε συνειδητοποιήσει πώς καμιά πλευρά σ΄αυτόν τον πόλεμο δεν είχε καθαρά τα χέρια της.Μέχρι και τα δικά του ήταν βουτηγμένα  στο αίμα-αίμα κομμουνιστών,αίμα φασιστών,αίμα Γερμανών,αίμα Ελλήνων.Κάποιες φορές ήταν αίμα αθώων κι άλλοτε αίμα ανθρώπων που χαιρόταν που πέθαιναν. Ωστόσο ήταν πάντα αίμα-κόκκινο,πηχτό και κάπου-κάπου ακατάσχετο στη ροή του.

  ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

          O aρμένικος μαχαλάς της Σμύρνης είχε πυρποληθεί από το τούρκικο ιππικό,που τώρα διέτρεχε την πόλη κι έσπερνε τον όλεθρο και την καταστροφή. Οι Έλληες που κρύβονταν μέσα στα υπόγεια των σπιτιών τους,άκουγαν έντρομοι τις πόρτες να σπάνε πάνω από τα κεφάλια τους και τα σπίτια τους να γίνονται φύλλο και φτερό.Μετά μύριζαν πετρέλαιο να ραντίζεται παντού,λίγο πριν πυρποληθεί το σπιτικό τους.Οι επιλογές που είχαν ήταν ή να αποκαλυφθούν και να μακελευτούν ή να παραμείνουν στην κρυψώνα τους και να αποτεφρωθούν,αν δεν πέθαιναν πρώτα από τις αναθυμιάσεις.




   ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ

     Από τη στιγμή που έχεις ξεχάσει το πρόσωπο κάποιου και ξέρεις πως δεν πρόκειται να τον ξαναδείς ποτέ,αυτό σημαίνει πως είναι νεκρός,έτσι δεν είναι; Ή τουλάχιστον πως είναι σαν νεκρός.


Η ΧΑΜΕΝΗ ΜΗΤΕΡΑ

   Μερικές φορές,μέχρι και το πέρασμα της κλωστής στη βελόνα ξυπνούσε μέσα της το συναίσθημα της νοσταλγίας και όλες αυτές τις ώρες στο εργαστήρι σκεφτόταν πιο πλύ τη μητέρα της. Πάντα της ερχόταν στο νου το ίδιο στιγμιότυπο,μια στιγμή που,στην παιδική της αντίληψη του κόσμου, η ζωή τους ήταν τέλεια.Σ'εκείνο το παγωμένο μόριο του χρόνου,η μητέρα της καθόταν σε μια ψηλή καρέκλα πλάι στο παράθυρο,με την πλάτη της στητή και άκαμπτη.Κεντούσε κάτι με χρυσή κλωστή που άστραφτε στο φωςπου ξεχυνόταν από το παράθυρο. Το εργόχειρό της,ένα άμφιο, ήταν απλωμένο στην ποδιά της.
   "Ποτέ να μην καμπουριάζεις" είχε πει τότε στην Κατερίνα που,όποτε θυμόταν αυτό το στιγμιότυπο, διόρθωνε τη στάση της.

( Τη μητέρα της η Κατερίνα δεν θα την συναντήσει ποτέ ξανά. Στο λιμάνι της Σμύρνης ήταν και η τελευταία φορά που την είδε. 
Ζήσαν πρόσφυγες σε διαφορετικές πόλεις, την Αθήνα και τη Θεσσαλονικη.Η μητέρα της την κράτησε μακριά από την τραγική ζωή της. Μόνο με γράμματα επικοινωνούσαν. Είχε όμως την τύχη να την μεγαλώσει η Ευγενία,που της φέρθηκε καλύτερα κι από μάνα).  


Η ΚΑΤΟΧΗ

  Εκείνον το χειμώνα, ο κόσμος μάλωνε στους δρόμους ποιος θα αρπάξει πρώτος κάνα αποφάγι ή ψαχούλευε μέσα σε στοίβες σκουπιδιών με την ελπίδα κάποιος να πέταξε κατά λάθος ένα ξεροκόμματο ψωμί. Ξυπόλυτα παιδιά στέκονταν πλάι στους αποσκελετωμένους γονείς τους στις ουρές για τα συσσίτια,αλλά κι αυτά δεν είχαν τίποτα με κάποια θρεπτική αξία να σερβίρουν. Ο Ερυθρός Σταυρός έκανε ό,τι μπορούσε,όμως οι προσπάθειές του ήταν σχεδόν ανώφελες. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης άρχισαν να πεθαίνουν από την πείνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

...